Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020

“Μπορώ να σε λέω μαμά;’’

Της Νίκης Μπλούτη Καράτζαλη

το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Άδεια φωλιά

Τέτοια μέρα πέρυσι στολίζαμε το δέντρο οι τρεις μας. Η αδερφή μου, η κόρη της κι εγώ. Τριάντα Νοέμβρη, στη μνήμη του αγίου Ανδρέα. Το κάναμε νωρίς για να χαρεί το παιδί. Η μικρή μίλαγε στο τηλέφωνο με τον πατέρα της κι εμείς ετοιμάζαμε τα στολίδια. Γιόρταζε ο πατέρας της και τον πήρε η Αλεξάνδρα για να του ευχηθεί το παιδί. Από τότε που χώρισαν με τον Ανδρέα, μου ζήτησε να πάω να μείνω μαζί τους. Για το παιδί. Για να απαλύνω με την παρουσία μου τον πόνο του χωρισμού. Ο πατέρας της δούλευε σαν σεφ τα καλοκαίρια σε νησί. Το περασμένο καλοκαίρι έφυγε με μια Γαλλίδα στο Παρίσι. Μ’ ένα τηλέφωνο της  ανακοίνωσε την απόφασή του. Δεν άντεχε το βάρος της ευθύνης μιας οικογένειας, της είπε. 

 Η Αλεξάνδρα αποδέχτηκε αυτόν το χωρισμό με αξιοπρέπεια. Δεν θύμωσε, δεν έκλαψε, δεν έβρισε ποτέ τον Ανδρέα που την εγκατέλειψε στα μέσα του ωκεανού χωρίς σωσίβιο. Αφοσιώθηκε με περίσσια αγάπη στη φροντίδα του παιδιού. Κάποιες φορές προσπαθούσα με το ζόρι να της βγάλω από μέσα της ένα θυμό ή μια αγανάκτηση για τον άνθρωπο που τις ξέγραψε και τις δυο απ’ τη ζωή του σαν να μην υπήρξαν. Φοβόμουν πως τα έκλεινε μέσα της και δεν ήθελε με τίποτα να ακουμπήσει όσα την πονούσαν. Αυτό κάνει μεγάλο κακό στους ανθρώπους. Έτσι πιστεύω εγώ τουλάχιστον. Προτιμώ να βλέπω τον άλλον να γίνεται κομμάτια μετά από μια αποτυχία παρά τη σιωπή. Η σιωπή με φοβίζει. Δεν ξέρω τι κρύβει μέσα της. Είναι ύπουλη και σε ξεγελάει. Όσο έβλεπα την αδερφή μου σιωπηλή να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο τη βροχή τόσο θύμωνα με την απάθειά της. Έλα να τον βρίσουμε της έλεγα, να ξεσπάσουμε κι οι δυο. Έλα να σπάσουμε κάτι να αποφορτίσουμε το θυμό μας, έτσι δεν κάνουν στις ταινίες; Ύστερα ηρεμούν. Εκείνη όμως συνέχιζε να σωπαίνει. 

  Η μικρή ήταν το μόνο βάλσαμο για ν’ απαλύνει τον πόνο της κι ο μοναδικός σκοπός της ζωής της. Κι έγινε δίχως να το καταλάβω κι ο δικός μου. Η μικρή με τη ζωντάνια της μας έφτιαχνε καθημερινά το κέφι. Από τη στιγμή που μετακόμισα κοντά τους δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω απ’ τη δουλειά για να την τυλίξω στην αγκαλιά μου. Δέθηκα τόσο μαζί της που έγινα το τρίτο μέλος της οικογένειας. Αντικατέστησα τον πατέρα. Ανέλαβα το ρόλο του. Κι η μικρή έλεγε συχνά μ’ ευχαρίστηση γελώντας, πως μπορεί να μην έχει τον μπαμπά κοντά της, αλλά είναι τυχερή επειδή έχει δυο μαμάδες. 

  Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα έχανα την αδερφή μου. Ποτέ δεν μου πέρναγε απ’ το μυαλό πως θ’ αλλάξει τόσο η ζωή μου. Από εκεί που ήμουνα μια ανεξάρτητη δυναμική γυναίκα, έγινα μια υπεύθυνη οικογενειάρχης. Εγώ όμως, ποτέ δε φοβήθηκα τις ευθύνες, όπως ο άντρας της ο Ανδρέας. Χάσαμε την Αλεξάνδρα μέσα σε δέκα μέρες, από ένα μικρόβιο στον πνεύμονα. Από μια ύπουλη λοίμωξη που βρήκε τον οργανισμό  της αδύναμο και τον νίκησε. Έχασα την αδερφή μου και δεν έκλαψα, δεν χτυπήθηκα, δε λύγισα, όπως θα έπρεπε να κάνω για να νικήσω τον πόνο μου. Για το παιδί. Να μην το στενοχωρήσω κι άλλο. Κρατούσα το χεράκι του μέσα στη χούφτα μου κι έπαιρνα κουράγιο. 

  Ένας εφιάλτης. Εκείνο το διάστημα ήταν ένας εφιάλτης για μένα. Έλεγα πως θα καταφέρω κάποια στιγμή να  ξυπνήσω κι όλα θα είναι όπως πριν. Μα δεν ξημέρωνε κι εγώ συνέχιζα να παλεύω με τον εφιάλτη. Τον πρώτο καιρό γυρνούσα σαν χαμένη, ανίκανη να χειριστώ τις σκέψεις μου για το αύριο, κατέφυγα σε μια φίλη ψυχίατρο για να μου δώσει συμβουλές. Να μου δώσει μια συνταγή για το τι κάνουν οι άνθρωποι σε τέτοιες τραγικές περιπτώσεις. Να μου πει πέντε πράματα για το πώς θα ορθοποδήσω ξανά, να μη με πάρει από κάτω. Για το παιδί.  

  Άσε το παιδί να βιώσει τον πόνο του στο έπακρο. Όπως θέλει κι όπως του βγαίνει. Είτε με θυμό είτε γαλήνια. Μονάχα έτσι θα συμφιλιωθεί μ’ αυτή την τραγική απώλεια. Και να του μιλάς συνέχεια. Για οτιδήποτε. Να του απαντάς σε ότι σε ρωτάει. Να του δίνεις απαντήσεις, ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρη πως είναι οι σωστές. Τα παιδιά θέλουν απαντήσεις. Ανακουφίζονται όταν κάποιος απαντάει στα ερωτηματικά τους. Ανακουφίζονται όταν πιστεύουν πως μπορούν να καταλάβουν το γιατί συμβαίνουν κάποια πράγματα. Αυτά τα λίγα και τόσο περιεκτικά με συμβούλεψε η αγαπημένη μου φίλη και μ’ αυτά οπλίστηκα ν’ αντιμετωπίσω τη θλίψη που φώλιασε στην ψυχούλα του παιδιού και στη δική μου. 

  Ασπίδα μου οι λέξεις, σαν απάντηση στα ερωτηματικά της. Για να νικήσω τον εχθρό. Για να νικήσω όλα τα αρνητικά συναισθήματα που μας πλημύρισαν και τις δυο, μετά από τον χαμό της αγαπημένης μας Αλεξάνδρας. Να νικήσω τον ανείπωτο πόνο και τον απερίγραπτο θυμό  που φώλιασαν στις καρδιές μας. Κι η μικρή κάθε μέρα, κάθε νύχτα, κάθε ώρα, κούρνιαζε στην αγκαλιά μου για ασφάλεια και με ρωτούσε διάφορα. Γεμάτη απορίες. Ξεχείλιζαν τα γιατί μέσα της. Κι εγώ πάλευα να επιλέξω τις κατάλληλες λέξεις για να της δώσω τις απαντήσεις που χρειαζόταν η ψυχούλα της  και να μπορέσει να ηρεμήσει. 

  Γιατί έφυγε η μαμά; Γιατί δε με χαιρέτησε τουλάχιστον; Γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι; Είναι ζεστά εκεί πάνω; Δεν κρυώνουν; Δεν πεινάνε; Ποιος θα φοράει τώρα τα ρούχα της; Θα με πηγαίνεις εσύ σχολείο του χρόνου; Μπορεί να πεθάνεις κι εσύ μια μέρα; Γιατί τα παιδιά που δεν έχουν γονείς τα λένε ορφανά; Μας βλέπει τώρα η μαμά από τόσο ψηλά; Μ’ αγαπάει ακόμα; Με ακούει όταν της μιλάω; Κατεβαίνει η ψυχή της και με σκεπάζει τα βράδια; Πώς μοιάζουν οι ψυχές; Έχουν σχήμα καρδούλας; Δεν θα την ξαναδώ ποτέ; Θα συναντηθούμε όταν μεγαλώσω και πεθάνω κι εγώ; Θα με γνωρίσει; Το καταλαβαίνει πόσο πολύ πονάω που την έχασα; Με βλέπει που κλαίω στο κρεβάτι μου; Στενοχωριέται κι αυτή που μ’ έχασε; Μήπως να σταματήσω να κλαίω για να μη στενοχωριέται;

   Για όλα έβρισκα μια απάντηση. Πώς την έβρισκα έτσι αβίαστα; Δεν ξέρω. Ούτε ήμουνα σίγουρη πως είναι η σωστή. Πάντως, σε όλα της έδινα μια απάντηση. Αυτό είναι το φάρμακο. Οι ερωτήσεις δεν τελειώνουν ποτέ απ’ τα παιδιά. Κάθε βράδυ κοιμόμαστε αγκαλιά και μιλάμε συνέχεια μέχρι να κουραστούμε και να μας σφαλίσει ο ύπνος τα βλέφαρα. Πόσα γιατί Θεέ μου βασανίζουν την ψυχούλα της… αναρωτιέμαι κάθε βράδυ στα σκοτεινά κοιτάζοντας το ταβάνι, αναζητώντας τις απαντήσεις για να τις δώσω στη μικρή μου να ηρεμήσει. 

  Σήμερα στολίζουμε το δέντρο και καθώς ο νους μου ταξιδεύει στα περασμένα και σκέφτομαι πόσο ευτυχισμένες ήμασταν πέρυσι κι οι τρεις μας, νιώθω να καταρρέω και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Μα το παλεύω και στο τέλος το καταφέρνω. Για το παιδί. Η μικρή μου δίνει τις μπάλες για το δέντρο κι εγώ τις κρεμάω ψηλά.   

  Στολίζουνε και εκεί πάνω δέντρο, Μαρία; Με ρωτάει στην πρώτη μπάλα που μου δίνει. Και βέβαια στολίζουνε, της απαντάω με σιγουριά. Μια σιγουριά που την έχω κι εγώ ανάγκη για να είμαι καλά. 

  Θα γιορτάσουνε κι αυτοί τα Χριστούγεννα ε; Θα έχουν χαρά όπως κι εμείς που γεννήθηκε ο Χριστούλης; Θα φάνε μελομακάρονα; Της άρεσαν πολύ της μαμάς… Βασιλόπιτα θα κόψουνε για το καλό;  Εσύ ξέρεις να φτιάχνεις βασιλόπιτα τώρα που λείπει η μαμά; Ο Άγιος Βασίλης θα πάει και κει πάνω ε; Μπορώ να της στείλω ένα δώρο με τον Αη Βασίλη; Τώρα η μαμά μου έγινε άγγελος; Άγγελος μεγάλος ή μικρός; Υπάρχουνε γυναίκες άγγελοι; Έχει και φτερά; Μπορεί να πετάξει από κει ψηλά και να ‘ρθει κανένα βράδυ κοντά μας; Ο Χριστούλης έχει μαμά, ε; Δεν είναι ορφανός. Μαρία δεν τη λένε; Μαρία σαν και σένα; 

  Κάθε μπάλα και μια ερώτηση. Κάθε ερώτηση και μια απάντηση. Όταν τελειώσαμε με τα στολίδια την πήρα στην αγκαλιά μου και της ζήτησα να πατήσει το κουμπί για να ανάψουν τα λαμπάκια. Το έκανε με μεγάλη χαρά. Τα ματάκια της έλαμπαν από το φως που σκόρπισε απ’ τα γιορτινά λαμπάκια. Έλα να φάμε τώρα από ένα μελομακάρονο για το καλό, της είπα. Καθώς έτρωγε ευχαριστημένη με κοιτούσε ίσα στα μάτια και κατάλαβα πως άλλη μια ερώτηση ετοιμαζόταν να βγει από το γλυκό της μελωμένο στοματάκι. Άλλη μια ερώτηση που θα γύρευε μια απάντηση για ν’ ανακουφιστεί. Τώρα πια όμως είχα συνηθίσει. Ήμουνα έτοιμη να δώσω μια απάντηση σε οποιαδήποτε απορία της.  

  Μπορώ να σε λέω μαμά, Μαρία; Με ρώτησε με την ψιλή φωνούλα της να τρέμει από αγωνία. 

  Αυτή την ερώτηση δεν την περίμενα. Η καρδιά μου ξεχείλισε από αγάπη γι’ αυτό το πλάσμα που είχα απέναντί μου κι έδινε νόημα και ζωή στην κάθε μου μέρα. Γι’ αυτόν τον άγγελο με τα σγουρά μαύρα μαλλιά και τα τεράστια φωτεινά μάτια, που μου ζητούσε να γίνω η μαμά του. Για πρώτη φορά μετά το χαμό της Αλεξάνδρας άφησα ασυναίσθητα τα δάκρυά μου ελεύθερα να εκδηλώσουν τη συγκίνηση που μου προκάλεσε αυτό που μου ζήτησε. Άρχισε κι εκείνη να κλαίει μόλις με είδε και την πήρα αμέσως στην αγκαλιά μου. Κλάψαμε μαζί για ώρα πολλή για να αδειάσουμε τον πόνο της απώλειας και να φορτιστούμε με δύναμη για το αύριο, αφού πρώτα της έδωσα την απάντηση που της χρωστούσα.

 Και βέβαια καρδιά μου να με λες μαμά, εσύ δεν έλεγες πως είσαι τυχερή που έχεις δυο μαμάδες; Εγώ είμαι η άλλη μαμά σου και θα είμαι για πάντα δίπλα σου, όσο με έχεις ανάγκη… της είπα με περίσσια σιγουριά καθώς την έσφιγγα στην αγκαλιά μου.